Εκδόσεις Μαρτίου 2016 (part 3)


Ελπίζω αυτό να είναι το τελευταίο μέρος των νέων εκδόσεων για να μην σε κουράσω.

Bell

 

Το κρησφύγετο:

Μετά το ατύχημα ο Χατς Χάρισον παρέμεινε νεκρός επί ογδόντα λεπτά πριν τον επαναφέρει στη ζωή ένας ιδιοφυής γιατρός. Τώρα, η αγάπη του για τη ζωή –που πριν την έβλεπε σαν δυσβάσταχτο βάρος– είναι δυνατότερη από ποτέ. Ώσπου μια σειρά από μυστηριώδη και ανεξήγητα γεγονότα τον φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον τρόμο.

Μια απειλητική παρουσία εισβάλλει στα όνειρα και στη σκέψη του και εικόνες φρικτών εγκλημάτων πλημμυρίζουν το μυαλό του. Ο Χατς αρχίζει να αντιλαμβάνεται πως όταν επέστρεψε από την άλλη πλευρά δε γύρισε μόνος. Κάτι τον ακολούθησε. Μια μιαρή δύναμη που τώρα απειλεί να μετατρέψει τη ζωή του σε ένα μεταβατικό στάδιο προς έναν άλλο, πιο σκοτεινό κόσμο.

 

Πώς να είσαι Παριζιάνα όπου κι αν βρίσκεσαι:

Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν το παριζιάνικο στυλ; Πώς ντύνεται, πώς διασκεδάζει, πώς συμπεριφέρεται, πώς σκέφτεται μια πραγματική Παριζιάνα;

Τέσσερις λαμπερές και επιτυχημένες Γαλλίδες δίνουν όλες τις απαντήσεις και καταθέτουν με τόλμη και γερές δόσεις χιούμορ τις απόψεις και τις συμβουλές τους για το στυλ, τη μόδα, την κουλτούρα, το φαγητό, τους άντρες, το γάμο, τη μητρότητα και πολλές ακόμη πτυχές της καθημερινότητάς τους.

Με καριέρες στο χώρο της μουσικής, του κινηματογράφου, της μόδας και των εκδόσεων, οι τέσσερις συγγραφείς –η Ανν Μπερέστ, η Οντρέ Ντιγουάν, η Καρολίν ντε Μεγκρέ και η Σοφί Μας– φανερώνουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αμεσότητα τα μυστικά και τα ελαττώματά τους, ενώ ταυτόχρονα αυτοσαρκάζονται για την περίπλοκη και συχνά αντιφατική συμπεριφορά τους. Θα σε πάρουν μαζί τους στο πρώτο ραντεβού, σ’ ένα πάρτι, στα αγαπημένα τους Παρισινά στέκια, ακόμη και στην κουζίνα τους. Θα σου πουν τι να κάνεις για να ζηλέψει ο σύντροφός σου και πώς να είσαι μυστηριώδης, αισθησιακή, αλλά, ταυτόχρονα, απολύτως φυσική.

Καστανιώτης

Χέρτσογκ:

Για το γιο και την κόρη του ήταν ένας στοργικός αλλά κακός πατέρας. Για τους γονείς του ήταν ένα αχάριστο παιδί. Για την πατρίδα του ένας αδιάφορος πολίτης. Για τον αδερφό και την αδερφή του, στοργικός αλλά απόμακρος. Με τους φίλους του, ένας εγωίσταρος. Στην αγάπη, νωθρός. Στο μυαλό, κουτός. Σε ζητήματα δύναμης, παθητικός. Και όσον αφορά την ψυχή του, μια ζωή υπεκφυγές.

«Κι αν μου ’χει στρίψει, τι μ’ αυτό», σκέφτηκε ο Μόουζες Χέρτσογκ. Έχοντας ήδη αποτύχει ως δάσκαλος και συγγραφέας, ως πατέρας και σύζυγος, ανακαλύπτει ξαφνικά πως δεν είναι απλώς το θύμα μιας οικογενειακής συνωμοσίας, στην οποία συμμετείχαν η δεύτερη σύζυγός του και ο καλύτερός του φίλος, αλλά, όπως όλοι μας, θύμα μιας ευρύτερης πλεκτάνης που στήνει καθημερινά σε βάρος μας ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Ένα μόλις βήμα πριν από τη νευρική κατάρρευση, καταφέρνει να αντιπαρατεθεί στον κοινωνικό παραλογισμό και στην αναλγησία. Κι ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να ταυτιστεί μαζί του σε αυτή την αντιπαράθεση.

Άνθρωπος στο τρένο:

Ένα βροχερό πρωινό του χειμώνα σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό δυο άντρες βρίσκουν παράξενο θάνατο. Ο ένας πέφτει στις ράγες, καθώς η αμαξοστοιχία βρίσκεται ακόμα σε κίνηση, και ο άλλος σωριάζεται στην αποβάθρα. Ένας δημοσιογράφος, περιμένοντας το τρένο να συνεχίσει το δρομολόγιό του, ξεχνάει τη συνέντευξη Τύπου που οφείλει να παρακολουθήσει και εντελώς παρορμητικά στρέφεται προς την τραγωδία που εκτυλίχτηκε σχεδόν μπροστά του. Απευθύνεται σε πέντε αυτόπτες μάρτυρες: στον «κύριο με την εφημερίδα», στο μηχανοδηγό, σε μια αινιγματική γυναίκα με όμορφα μάτια και σ’ ένα νεαρό ζευγάρι. Οι μαρτυρίες τους όμως όχι μόνο δε συμφωνούν, αλλά κάθε φορά, μετά τις επίμονες ερωτήσεις του δημοσιογράφου, η οπτική γωνία του καθενός αλλάζει δραματικά. Το τέλος των δύο νεκρών αλλά και η ζωή τους γίνονται πότε ιστορία αγάπης και πότε εκδίκησης, ζήλιας, φθόνου ή στοργής – ενίοτε καταλήγουν σε μια φρενήρη, φιλοσοφική καταδίωξη με υπαρξιακές προεκτάσεις.

Τι πραγματικά συνέβη; 

Αυτοχειρία, ατύχημα ή φόνος; 

Ένα βιβλίο μυστηριώδες και ατμοσφαιρικό, ένας «λογοτεχνικός σταθμός» στο σταθμό του τρένου.

Γυμνός σε κοινή θέα:

Ο ποιητής μεταμορφώνεται σε αερόστατο και ανακαλύπτει την ερωμένη του σε χώρα εξωτική. Η κυρία Μαίρη κυνηγάει ερωτικές στιγμές στην Αίγυπτο, στην «αγκαλιά του ποταμού». Το πλοίο «Μαριωρή» γίνεται αντικείμενο ερωτικού πόθου. Η Φελίντα Τσέτουλα γοητεύεται από άντρες που όχι μόνο επαγγέλλονται το θάνατο, αλλά μπορεί και να πεθάνουν. Ο Φλορίν και η Σορίνα αναζητούν στην Ελλάδα το όνειρο. Ο άρρωστος συγγραφέας σκιαγραφεί το πορτρέτο της αναγνώστριάς του. Η Μπερτούλα Πεζικού παραπαίει ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Ο Αδάμ και η Εύα με διαφορετική ματιά. Το λικέρ του θανάτου, το τέρας και η πεντάμορφη, η πανσέληνος του Αυγούστου και τα δεινά που αυτή μπορεί να επιφέρει.

Διηγήματα για τον έρωτα και το θάνατο, για ανθρώπους που προσπαθούν να ζωντανέψουν τους έρωτές τους, για πρόσωπα που βιώνουν το πάθος και την παραφορά ξεπερνώντας τα όριά τους, φτάνοντας συχνά μέχρι το τέλος.

Το μεγάλο σπίτι:

Στα τέλη του 19ου αιώνα στον Λίβανο, ο Ουακίμ Νασάρ, μετά από κάποια περίεργα γεγονότα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το χωριό του. Με ό,τι χρήματα του έχουν απομείνει, αποφασίζει να εισαγάγει την καλλιέργεια του πορτοκαλιού σε μια περιοχή όπου ως τώρα καλλιεργούνταν μονάχα ελιές και μουριές. Το παράτολμο εγχείρημά του πετυχαίνει. Στη συνέχεια φτιάχνει μια μεγάλη οικογένεια και χτίζει το περιβόητο Μεγάλο Σπίτι, σύμβολο της επιτυχίας και της δύναμής του. Αποκτά τον σεβασμό των κατοίκων της περιοχής, καθώς, εκτός από δυναμικός, είναι δίκαιος, μεγαλόψυχος και βοηθά όσο περισσότερο μπορεί τους ανθρώπους γύρω του. Tα χρόνια όμως της ευημερίας και της οικογενειακής ευτυχίας θα τα διαδεχτούν τα σκοτεινά χρόνια του πολέμου, που θα αλλάξουν τα πάντα. Τα πάντα, εκτός από τον οικογενειακό πυρήνα που θα παραμείνει αναλλοίωτος, σταθερή αξία που θα αναδειχθεί τελικά δυνατότερη απ’ οτιδήποτε άλλο. Μέσα από μια εκθαμβωτική αφήγηση, ο Σαρίφ Μαζνταλάνι ζωντανεύει ένα συναρπαστικό οικογενειακό έπος, περιγράφοντας με απαράμιλλα χρώματα την άνοδο, το απόγειο και την παρακμή της φαμίλιας των Νασάρ, της οποίας τα μέλη δεν θα χάσουν ποτέ την ελπίδα τους και θα δικαιωθούν από τον χρόνο. Χάρη σε αυτό το μυθιστόρημα, ο Μαζνταλάνι χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ του Λιβάνου».

«Ανέκδοτες ιστορίες, θρύλοι και μύθοι υ­φαίνουν μια απόλυτα ζωντανή αφήγηση. Ο συγγραφέας αναβιώνει τον Λίβανο του 19ου αιώνα μπροστά στα μάτια μας, με τους αφέ­ντες του, τους τσιφλικάδες του, τις τούρκικες στρατιές, τους εξόριστους και τους κρε­μασμένους του».

Πατάκης

Νεαρό άσπρο ελάφι:

«… Το άσπρο όµως ελάφι… Όποιος το έχει δοκιµάσει θα σε διαβεβαιώσει πως η ευτυχία µπορεί να εδρεύει και στον ουρανίσκο. Όποιος το έχει γευτεί έχει γευτεί παράδεισο.

Τη στιγµή του βίαιου θανάτου του το νεαρό άσπρο ελάφι εκκρίνει µιαν ουσία ψυχοτρόπο, αγχολυτική, αφροδισιακή, που δεν έχει ανιχνευτεί πουθένα αλλού στη φύση. Που δεν έχει παρασκευαστεί σε κανένα εργαστήριο. Το νεαρό άσπρο ελάφι σκλαβώνει ισόβια όσους ποτέ το έφαγαν. Στην προοπτική µιας δεύτερης φοράς είναι πρόθυµοι να πατήσουν όρκους, να γκρεµίσουν τον κόσµο τους, να προδώσουν τους ανθρώπους τους. Γιατί να σταθώ εγώ εξαίρεση;»

Πρώην συγγραφέας, πρώην άνθρωπος του κόσµου, πρώην όµορφος, ο Μηνάς Αβλάµης έχει αποσυρθεί εδώ και εφτά χρόνια στην Κέρκυρα. Έχει διαλέξει µια καθηµερινότητα κενή από συγκινήσεις και από κραδασµούς. Είναι αποφασισµένος να µην την αλλάξει ποτέ και για κανένα λόγο.

Το νεαρό άσπρο ελάφι θα τον ξαναβγάλει ξαφνικά στον δρόµο και θα τον οδηγήσει σε µια πόλη αλλόκοτη της Δυτικής Μακεδονίας. Εκεί θα έρθει αντιµέτωπος µε ολόκληρο το παρελθόν του. Τα πιο δικά του πρόσωπα, οι πιο έντονες σχέσεις της ζωής του, θα τον κυκλώσουν για να τον δικάσουν ή για να τον συγχωρήσουν.

Μονάχα όµως ο ίδιος ο Μηνάς Αβλάµης µπορεί να εξιλεωθεί για τη φριχτή, κρυφή αµαρτία που τον συνέτριψε ένα απόγευµα ανοιχτά της Τήνου…

Σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο:

«Σιχαίνοµαι τα γερασµένα χέρια. Τα χέρια πιο πολύ από άλλα µέρη του σώµατος. Φυσικά και το πρόσωπο, δε λέω, το δέρµα του προσώπου, του λαιµού κυρίως, ναι, του λαιµού, που έτσι, µε την παραµικρή κίνηση, στρίβει και µαζεύεται σαν να ’χει ξεκολλήσει απ’ το κρέας και τα κόκαλα. Αλλά µε τα χέρια είναι αλλιώς. Γιατί τα χέρια είναι κάτι σαν… πώς να το πω;, σαν… σαν τις κεραίες, σαν γέφυρες είναι που σε φέρνουνε πιο κοντά µε όλα γύρω σου, ανθρώπους και πράγµατα. Να, τα χέρια σ’ αγγίζουνε, σε χαιρετούν, σ’ αγκαλιάζουν, σε χαϊδεύουνε ή και σε δέρνουν. Τα χέρια σού µιλούνε ακόµη κι όταν το στόµα είναι κλειστό».

Ένα µυθιστόρηµα για τα γερατειά σε µια κοινωνία που, εµµονικά προσηλωµένη στη φαντασίωση της αιώνιας νεότητας και της αισθητικής της, αντιµετωπίζει τους γέρους σαν τους καινούριους παρίες.

Τίποτα δε χαρίζεται:

Τίποτα δεν χαρίζεται: Ανάµεσα στην ηµερολογιακή καταγραφή, την εξοµολόγηση, τη δοκιµή, την κατάθεση, το χρονογράφηµα, το σχεδίασµα, την επιφυλλίδα, το µελέτηµα. Κείµενα αγάπης: Από τον Μανόλη Αναγνωστάκη έως τον Γεώργιο Μ. Βιζυηνό. Για τον Γιάννη Ρίτσο, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Στρατή Τσίρκα, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Τάσο Λειβαδίτη. Μιλώντας στα παιδιά: Γιατί διαβάζουµε λογοτεχνία; Για τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Διονύσιο Σολωµό, τον Κώστα Ταχτσή, τον Στρατή Τσίρκα πάλι, τη Διδώ Σωτηρίου, τον Παύλο Ζάννα, τον Μ. Καραγάτση, τον Γιάννη Κοντό, τον Αντρέα Φραγκιά, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιώργο Ιωάννου.

Ακόµη και τότε, πριν από τόσα χρόνια, ακόµη και σήµερα, έπειτα από τόσα χρόνια, για µένα έγραφα, για µένα γράφω. Για να µπορώ να ρίχνω µπρος πίσω τις µατιές µου. Να αυξοµειώνω την ένταση. Να συνοµιλώ µε τα επίµονα, τα αόρατα, τα άπιαστα. Να περιθάλπω τα πεταµένα, τα άχρηστα, τα πονεµένα. Να ανυψώνω τα εφήµερα, τα αδιόρθωτα, τα άρρωστα. Να περιποιούµαι τα αδέσποτα, τα άστεγα, τα αδιάλυτα! Όπως και τότε, πριν από τόσα χρόνια, έτσι και σήµερα, απ’ την ανάγκη µου να σκεφτώ, να αντισταθώ, να υπάρξω, να συνυπάρξω. Εφόσον ναι, κι αν δεν το ήξερα, αργά και µε κόπο, το έµαθα: Τίποτα δεν χαρίζεται.

Οι ειδήσεις. Οδηγίες χρήσεως:

Όπως επεσήµανε ο Χέγκελ, οι κοινωνίες εκσυγχρονίζονται όταν οι ειδήσεις αντικαθιστούν τη θρησκεία ως βασική πηγή καθοδήγησης και ακρογωνιαίος λίθος κύρους. Στις ανεπτυγµένες οικονοµίες, οι ειδήσεις κατέχουν πλέον µία θέση ισχύος τουλάχιστον αντίστοιχη µε εκείνη που παλαιότερα απολάµβαναν τα δόγµατα.

Στο εντυπωσιακό νέο του βιβλίο ο Αλαίν Ντε Μποττόν παίρνει είκοσι πέντε αρχετυπικές ειδήσεις –από τη συντριβή ενός αεροσκάφους µέχρι µια δολοφονία, από τη συνέντευξη µε έναν διάσηµο ως ένα πολιτικό σκάνδαλο– και τις υποβάλλει σε µια ασυνήθιστα λεπτοµερή ανάλυση, εγείροντας ερωτήµατα όπως: πώς γίνεται οι ιστορίες καταστροφής να είναι συχνά τόσο εµψυχωτικές; Τι καθιστά την ερωτική ζωή των διάσηµων τόσο ενδιαφέρουσα; Γιατί απολαµβάνουµε την πτώση των πολιτικών; Για ποιο λόγο οι εξεγέρσεις σε µακρινές χώρες είναι συχνά τόσο… βαρετές;

Σεργιάνι στο Γκινάρτντο:

Εκείνη τη µέρα, τον Μάιο του 1945, που η ναζιστική Γερµανία συνθηκολογεί, ένας µεσήλικας αστυνόµος, του οποίου η µνήµη είναι σπαρµένη µε πτώµατα, αποφασίζει να κάνει την κατά πάσα πιθανότητα τελευταία του περιπολία στη Βαρκελώνη. Πρέπει να συνοδεύσει µια ορφανή έφηβη στο νεκροτοµείο ενός νοσοκοµείου για να αναγνωρίσει σε κάποια ανθρώπινα υπολείµµατα τον κακοποιό που τη βίασε δύο χρόνια πριν. Η περιπλάνησή του στους δρόµους της πόλης κατά τη διάρκεια ενός µεταπολεµικού απογεύµατος –πολύ µακριά, σ’ άλλους τόπους, ακούγεται ο επιθανάτιος ρόγχος του Β΄ Παγκοσµίου πολέµου– θα µετατραπεί σε µια βαθµιαία κάθοδο στην καρδιά του σκότους. Οι διαδοχικοί κύκλοι της βασανιστικής πορείας µάς αποκαλύπτουν έναν πληθυσµό χορτασµένο από τη φαυλότητα που, παρά τη ναυτία του, αφήνει να αχνοφανεί η πιθανότητα της µεταµέλειας. Το σεργιάνι του αστυνόµου µέσα στο χάος και την ανηµπόρια, ανακατεµένο µε τις αναµνήσεις που βγαίνουν από τα σκοτεινά υπόγεια της µνήµης του, γίνεται το ταξίδι του ανθρώπου ως τα όρια της αντίστασης της ίδιας του της ύπαρξης απέναντι στη φρίκη.

Η επιστροφή:

Με φόντο της αφήγησης το Λονδίνο στα τέλη του 19ου αιώνα, το διήγημα αυτό του Τζόζεφ Κόνραντ αποτελεί μια διεισδυτική ματιά στη ζωή ενός παντρεμένου ζευγαριού, αλλά και γενικότερα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Ο καθωσπρεπισμός και η υποκρισία του αστικού τρόπου ζωής δημιουργούν ένα κλίμα φαινομενικής ηρεμίας και επίπλαστης ευτυχίας. Η συζυγική αποξένωση όμως γκρεμίζει με δραματικό τρόπο αυτή την ψευδαίσθηση και αποκαλύπτει την απόγνωση και τη μοναξιά ενός κόσμου που έχει οικοδομηθεί πάνω σε «πολιτισμένες» ηθικές αξίες, από όπου όμως απουσιάζουν η συντροφικότητα και η πραγματική αγάπη.

Παπαδόπουλος

101389l

Το κορίτσι με το χιόνι στα μαλλιά:

Ύστερα από ένα δύσκολο διαζύγιο, η δημοσιογράφος Μαγκνταλένα Χάνσον εγκαταλείπει τη Στοκχόλμη και μαζί με τον εξάχρονο γιο της Νιλς, εγκαθίσταται στη γενέτειρά της, τη μικρή και ήρεμη πόλη του Χάγκφορ, αφήνοντας πίσω της τη συναρπαστική δουλειά σε μια μεγάλη εφημερίδα.
Πάνω που αναρωτιέται αν η ζωή στην εξοχή και η εργασία στην τοπική εφημερίδα είναι υπερβολικά μονότονες, ένα έγκλημα συνταράσσει τη μικρή κοινωνία του Χάγκφορ καθώς ανακαλύπτεται το γυμνό πτώμα μιας νεαρής κοπέλας με ίχνη από πυροβολισμό στο κεφάλι. Μήπως το πτώμα συνδέεται με την υπόθεση της πρόσφατης εξαφάνισης της δεκαεξάχρονης Χέντας;
Καθώς η τοπική αστυνομία αδυνατεί να εξιχνιάσει μια τόσο περίπλοκη υπόθεση, η Μαγκνταλένα αποφασίζει να κάνει τη δική της έρευνα. Ενώ το δημοσιογραφικό δαιμόνιο παλεύει με τη συναισθηματική εμπλοκή της στην εξαφάνιση του κοριτσιού και απειλητικά μηνύματα αρχίζουν να φτάνουν στο κινητό της, πολύ σύντομα συνειδητοποιεί, πως στη φιλήσυχη πόλη που ήξερε τόσο καλά υπάρχουν άνθρωποι που έκαναν τα πάντα για να μην αποκαλύψουν τα μυστικά τους….

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s